ερπύζω


ερπύζω
(AM ἑρπύζω) [έρπω]
έρπω*
μσν.
σκύβω το κεφάλι, ταπεινώνομαι, φέρομαι χαμερπώς για να επιτύχω ιδιοτελείς σκοπούς
αρχ.
1. (για ανθρώπους υπερβολικά θλιμμένους ή μεγάλης ηλικίας ή για παιδιά ή για τετράποδα) βαδίζω σέρνοντας τα πόδια, σέρνομαι («ἑρπύζοντ’ ἀνά γουνόν ἀλωῆς οἰνοπέδοιο» — σέρνοντας τα πόδια στην πλαγιά τη φυτεμένη με αμπέλια, Ομ. Οδ.)
2. (για κισσό) αναρριχώμαι
3. κινούμαι αργά
4. (για χρόνο) περνώ αργά («μαραίνει ὁ χρόνος ἑρπύζων σήν... χάριν», Ιουλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑρπύζω — creep pres subj act 1st sg ἑρπύζω creep pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζει — ἑρπύζω creep pres ind mp 2nd sg ἑρπύζω creep pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοντα — ἑρπύζω creep pres part act neut nom/voc/acc pl ἑρπύζω creep pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζουσι — ἑρπύζω creep pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἑρπύζω creep pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζειν — ἑρπύζω creep pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοις — ἑρπύζω creep pres opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοντες — ἑρπύζω creep pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοντος — ἑρπύζω creep pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζουσα — ἑρπύζω creep pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζων — ἑρπύζω creep pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)